Με αφετηρία το “ανήκομεν εις τη Δύση”

Με τη συμμετοχή τριών πρώην υπουργών Εξωτερικών η συζήτηση για την εξωτερική πολιτική τα χρόνια της Μεταπολίτευσης δεν θα μπορούσε να μην έχει ενδιαφέρον. Ειδικά αφού οι διοργανωτές του συνεδρίου «ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: 50 Χρόνια Μετά» (Καθημερινή, ΜΙΕΤ, Οικονομικό Φόρουμ Δελφών και Ελληνικό Παρατηρητήριο του LSE) επέλεξαν οι υπουργοί να είναι ο Ευάγγελος Βενιζέλος, η Ντόρα Μπακογιάννη και ο Νίκος Κοτζιάς.

«Τρεις προσωπικότητες από διαφορετικούς χώρους, με διαχρονική παρουσία, μεταξύ άλλων, στην εξωτερική πολιτική, την οποία έχουν σφραγίσει κατά την άποψή μου» υποστήριξε, παρουσιάζοντάς τους, ο διευθυντής της αγγλόφωνης έκδοσης της Καθημερινής, Αθανάσιος Ελλις.

Η συζήτηση ξεκίνησε από το κατά πόσο «ανήκομεν εις τη Δύση», με αναφορές στην απόφαση του Κωνσταντίνο Καραμανλή, το 1974, να αποχωρήσει η χώρα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ αλλά και στην πρόσφατη διαπραγμάτευση για το Μνημόνιο, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. «Δεν πίστεψα καμία στιγμή ότι η Ρωσία θα μπορούσε να επέμβει στις διαπραγματεύσεις», ανέφερε ο Νίκος Κοτζιάς. Τότε επήλθε και η οριστική αλλαγή της κοινής γνώμης, υποστήριξε η Ντόρα Μπακογιάννη.

Από την πλευρά του ο Ευάγγελος Βενιζέλος εξέφρασε την άποψη ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν επηρεάστηκε από τον λαϊκισμό στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μπορεί η στάση του ΠΑΣΟΚ μέχρι την εκλογική νίκη του 1981 να είχε λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, όμως δεν έκανε κάτι αντίστοιχο.

Κοινή συνισταμένη βρήκαν οι τρεις πολιτικοί αναφερόμενοι στα οφέλη της Συμφωνίας των Πρεσπών. «Παρά το μεγάλο προσωπικό και πολιτικό κόστος, λίγοι παραδέχτηκαν ότι λύσαμε το ζήτημα», επισήμανε ο κ. Κοτζιάς. «Οι Πρέσπες είναι μια συνεισφορά της τότε κυβέρνησης», ανέφεραν Βενιζέλος και Μπακογιάννη. Στο θέμα αναφέρθηκε και ο Αλέξης Τσίπρας, κατά τη συνέντευξη που παραχώρησε στο ίδιο συνέδριο: «Φανταστείτε, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, εάν δεν είχε υπάρξει η Συμφωνία των Πρεσπών πόση πίεση θα δεχόταν η Ελλάδα για να ενταχθεί ο βόρειος γείτονας στο ΝΑΤΟ, προφανώς με τη συνταγματική ονομασία, δηλαδή σκέτο ‘Μακεδονία’».

Ο αναστοχασμός είναι ιδιαίτερα χρήσιμος στην εξωτερική πολιτική, καθώς συχνά βοηθά να φωτιστούν σημεία που δεν είχαν γίνει από όλους αντιληπτά όταν τα γεγονότα ήταν ακόμα ‘ζεστά’. Στην κατεύθυνση αυτή θέλησε να συμβάλλει ο (επίσης πρώην υπουργός Εξωτερικών) Θόδωρος Πάγκαλος, στο βιβλίο του Ίμια, S-300, Οτσαλάν. Καταθέτει μια ιδιαίτερη προσέγγιση στα γεγονότα, στον τρόπο που αυτά διαδραματίστηκαν, στις δυνάμεις – και τα πρόσωπα – που βρέθηκαν στο κέντρο της σκηνής. Και τοποθετείται με την ευθύτητα λόγου που πάντα τον διέκρινε σχετικά με το πού κατέληξαν, πώς θα μπορούσαν να έχουν εκτραπεί, τι επικαθόρισαν για την συνέχεια αυτά τα γεγονότα. Ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής την θέση του ότι «οι υπουργοί Εξωτερικών έχουν μια και μόνον αποστολή, να εξαντλούν τα διπλωματικά επιχειρήματα για να διασφαλίζουν την ειρήνη […]. Δεν έχουν την δυνατότητα άσκησης πολιτικής, δεν είναι πρωθυπουργοί , ούτε υπουργοί Εθνικής Άμυνας. Δεν χαράσσουν, με άλλα λόγια, την γενική πορεία της χώρας αλλά μόνο μια πλευρά της».