Μια 15ετία απόκλισης καλείται να καλύψει ο κατώτατος μισθός

Η συζήτηση στη Βουλή της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης ανέβαλε για μερικά 24ωρα την ανακοίνωση της απόφασης της κυβέρνησης για την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 780 ευρώ, σήμερα. Ο πρωθυπουργός έχει ήδη λάβει τη σχετική εισήγηση από την αρμόδια υπουργό, Δόμνα Μιχαηλίδου, που όλο το προηγούμενο διάστημα διαβουλεύτηκε με τους κοινωνικούς εταίρους.

Οι εισηγήσεις των εργοδοτικών φορέων κυμάνθηκαν από 3,5% (ΣΕΒ) έως 5% (ΣΕΤΕ), δηλαδή νέο κατώτατο μισθό 807 ευρώ έως 819 ευρώ. Οι εργοδότες επιμένουν ότι η αύξηση θα πρέπει να κινηθεί χαμηλά με γνώμονα το ύψος του πληθωρισμού του 2023, που ήταν γύρω στο 3,5%. Συγκρατημένη είναι και η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία κυμαίνεται γύρω από το 4%. Το ΚΕΠΕ, από την πλευρά του, στο πόρισμα που κατέθεσε προτείνει αύξηση 4%-5%. Η ΓΣΕΕ προτείνει αύξηση 16,4%, δηλαδή 128 ευρώ και διαμόρφωση του νέου κατώτατου μισθού στα 908 ευρώ.

Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο ο κατώτατος μισθός να φτάσει τα 950 ευρώ μέχρι το 2027. Ακόμα κι αν αυτό γίνει, σε όρους αγοραστικής δύναμης θα υπολείπεται σημαντικά των επιπέδων όπου βρισκόταν κατά την πρώτη δεκαετία της χώρας στην Ευρωζώνη. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία της Eurostat για το μέσο ωρομίσθιο, το οποίο το 2008 ήταν στην Ελλάδα 16,8 ευρώ – περίπου 2,4 φορές εκείνου στη Σλοβακία. Το 2023 ήταν 15,7 ευρώ και εφόσον αυξηθεί 6,5% θα επιστρέψει στο επίπεδο όπου βρισκόταν προ 15ετίας. Μόνο που στο μεταξύ στη Σλοβακία τα ωρομίσθια αυξήθηκαν πολύ ταχύτερα, με αποτέλεσμα να είναι πλέον περίπου 10% υψηλότερα από την Ελλάδα. Συνολικά στην ΕΕ την ίδια περίοδο το μέσο ωρομίσθιο αυξήθηκε πάνω από 47% και έχει φτάσει τα 31,8 ευρώ.

Η απόκλιση συνεχίζεται ακόμα και μετά την έξοδο από τα Μνημόνια και την πανδημία. Την τελευταία διετία η αγοραστική δύναμη των μισθωτών στην Ελλάδα μειώθηκε 9,4% – ποσοστό υπερδιπλάσιο της μείωσης στην Ευρωζώνη (4,2%). Την ίδια περίοδο τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξήθηκαν σε σταθερές τιμές 12,8% στην Ελλάδα και 1,9% στην Ευρωζώνη. Μόλις προχθές ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σημείωσε ότι «έχουμε ολιγοπώλια στα τρόφιμα, στα καύσιμα, στις τράπεζες και στην ιδιωτική νοσοκομειακή περίθαλψη». Οι μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι κλάδοι αυτοί έχουν «σαφώς έχουν ολιγοπωλιακή δομή, όπως αποδεικνύεται από τα spreads και τα margins. Κάποιοι βγάζουν εύκολα και υψηλά κέρδη λόγω ανυπαρξίας ανταγωνισμού. Οι μισθωτοί, από την πλευρά τους, δεν είχαν επί σειρά ετών μεγάλα περιθώρια πίεσης, με την ανεργία να βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις να έχουν ανασταλεί από τα Μνημόνια.

Μια αγορά εργασίας, για να είναι αποτελεσματική, χρειάζεται να λειτουργεί μέσα σε ένα ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον ώστε να προσελκύει επιχειρήσεις από όλο τον κόσμο, αλλά και ανθρώπινο δυναμικό όλων των βαθμίδων. Ξεκινώντας από τη διαπίστωση αυτή,  η Βενετία Κουσία δημιούργησε το ‘Γλωσσάρι για την αγορά εργασίας’, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέρκυρα – economia Publishing. Με το βιβλίο της επιχειρεί να εστιάσει στις έννοιες που περιέχονται στις λέξεις και τις κάνουν να έχουν τη χροιά που έχουν. Μπορεί η παράθεση των όρων να είναι αλφαβητική, για λόγους ευκολίας στην αναζήτηση, πλην όμως οι συστηματική ανάγνωσή τους σκιαγραφεί τους συσχετισμούς στην αγορά εργασίας, περιγράφει τα συμφέροντα που συχνά διαφέρουν αλλά κάποτε συγκλίνουν και εντοπίζει μια σειρά από παρανοήσεις.