Νέες προκλήσεις και προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης της μεταποίησης στο εξελισσόμενο διεθνές περιβάλλον

Την πρόοδο και τις προοπτικές της εγχώριας μεταποίησης αλλά και τις νέες μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει στο  διεθνές περιβάλλον αναλύει μελέτη του ΙΟΒΕ, που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της πρωτοβουλίας Ελληνική Παραγωγή. Τα βασικά συμπεράσματα παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση που διοργάνωσαν οι δύο φορείς την Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου, με τη συμμετοχή και του υπουργού Ανάπτυξης, Κώστα Σκρέκα.

Το 2022 η συμμετοχή της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του τομέα μεταποίησης στο ΑΕΠ της οικονομίας ξεπέρασε το 9% για πρώτη φορά μετά το 2008. Μικρή ενίσχυση κατέγραψε και η συμμετοχή της μεταποίησης στην εγχώρια απασχόληση, φτάνοντας το 10%, από 9,6% το 2019 και 8,9% το 2014. Τα ποσοστά παραμένουν, πάντως, χαμηλά σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα (η Ελλάδα είναι 24η στην ΕΕ με βάση το μερίδιο της προστιθέμενης αξίας και 22η αναφορικά με τη συμμετοχή στην απασχόληση).

Θετική είναι και η πορεία των εξαγωγών των προϊόντων μεταποίησης τα τελευταία χρόνια, με την αξία των εξαγωγών μεταποιητικών προϊόντων (πλην πετρελαιοειδών) να αυξάνεται το 2022 σε 29,1 δισ. ευρώ (από 19,2 δισ. ευρώ το 2019 και 11,7 δισ. ευρώ το 2009) και να αποτελεί το 14,1% του ΑΕΠ (από 5,7% του ΑΕΠ το 2008). Ποσοστό που πάντως παραμένει χαμηλό συγκρινόμενο με ευρωπαϊκές χώρες αντίστοιχου πληθυσμού.

Παρά το ότι η παραγωγικότητα της εργασίας στην εγχώρια μεταποίηση είναι διαχρονικά υψηλότερη σε σύγκριση με το σύνολο του επιχειρηματικού τομέα στην Ελλάδα (ακαθάριστη προστιθέμενη αξία 29.600 ευρώ ανά εργαζόμενο της μεταποίησης, έναντι 18.700 ευρώ για το σύνολο του επιχειρηματικού τομέα το 2020), καταγράφεται υστέρηση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (64.000 ευρώ), με την Ελλάδα να κατατάσσεται στην 21η θέση, με τάσεις διεύρυνσης της διαφοράς την τελευταία δεκαετία.

Συνυπολογίζοντας τις έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις από τη διασύνδεση με τους λοιπούς τομείς της οικονομίας, η συνολική συμβολή της εγχώριας μεταποίησης υπολογίζεται σε 24% του ΑΕΠ το 2021 και σε 1,1 εκατ. θέσεις εργασίας. Η υψηλότερη συμβολή καταγράφεται στις περιφέρειες που βρίσκονται τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα (Αττική και Κεντρική Μακεδονία), ενώ ιδιαίτερα υψηλή για το μέγεθος της περιφερειακής οικονομίας είναι η συμβολή της μεταποίησης και στις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Μακεδονίας, Αν. Μακεδονίας-Θράκης, Πελοποννήσου και Θεσσαλίας.

Οι μεγάλες προκλήσεις

Πράσινη Μετάβαση: Οι επιχειρήσεις στη μεταποίηση καλούνται να προσαρμόσουν τον τρόπο που παράγουν και λειτουργούν έναντι της πρόκλησης της κλιματικής κρίσης, καθώς και να προσαρμόσουν τα χαρακτηριστικά των προϊόντων τους στο πλαίσιο μιας κλιματικά ουδέτερης κυκλικής οικονομίας. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, με επενδυτικό σχέδιο ύψους τουλάχιστον 1 τρισ. ευρώ για την επόμενη δεκαετία προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες για την αναβάθμιση της παραγωγικής υποδομής και στην ελληνική οικονομία.

Απαιτούνται ωστόσο κατάλληλες παρεμβάσεις, θεσμικές αλλαγές, κίνητρα και άρση εμποδίων σε εθνικό επίπεδο ώστε να διασφαλίζεται παράλληλα η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων που θα αναλάβουν το επιπλέον κόστος της μετάβασης στην πράσινη οικονομία. Ειδικά για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, απαιτείται, πέρα από τον εκσυγχρονισμό του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, κατάλληλος χωροταξικός σχεδιασμός σε στεριά και θάλασσα, ενώ θα πρέπει να συνοδεύονται από υποδομές αποθήκευσης ενέργειας.

Στρατηγική Αυτονομία: Η εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, καθώς και της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης σε καιρούς μεγάλων γεωπολιτικών προκλήσεων αποτελεί κύρια προτεραιότητα για την ευρωπαϊκή πολιτική. Σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον, με μια ευρύτερη επαναχάραξη της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας πρώτων υλών και ενέργειας, η θωράκιση και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της βιομηχανίας αποτελούν επιτακτική ανάγκη και μονόδρομο για τη διασφάλιση βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Η Ευρώπη καλείται να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα όσον αφορά στο πρόγραμμα Inflation Reduction Act, όπως και την ανερχόμενη υπερδύναμη, την Κίνα, και άλλες μεγάλες ασιατικές δυνάμεις. Αναγκαία είναι η κατάρτιση προγραμμάτων γενικής εξερεύνησης κρίσιμων πρώτων υλών, καθώς και η χρηματοδοτική στήριξή της, η ευθυγράμμιση με τους νέους κανονισμούς της ΕΕ που αποβλέπουν σε γρήγορες και απλές διαδικασίες έγκρισης και η θεσμοθέτηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες.

Κόστος ενέργειας: Η ΕΕ στο σύνολό της, όσο και τα επιμέρους μέλη της, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ορυκτών πηγών ενέργειας για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών. Το 2020, ο δείκτης ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα υψηλός, 81,4%, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 4η θέση στην κατάταξη της ΕΕ, μετά τις 3 μικρότερες χώρες της Ένωσης (Μάλτα, Κύπρος και Λουξεμβούργο). Λόγω της ενεργειακής εξάρτησης, της γεωγραφικής θέσης της χώρας και άλλων χαρακτηριστικών του εγχώριου ενεργειακού συστήματος, η Ελλάδα είχε ιδιαίτερα υψηλό κόστος στο βιομηχανικό ρεύμα σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ και το 2022, καθιστώντας σαφές ότι πρόκειται για ανταγωνιστικό μειονέκτημα της ελληνικής βιομηχανίας.

Προκύπτει σαφώς η ανάγκη λήψης μέτρων για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των βιομηχανιών, με παρεμβάσεις σε όλες τις επιμέρους παραμέτρους που συνδιαμορφώνουν το τελικό κόστος ενέργειας. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι κρίσιμο να αξιοποιηθούν όλα τα εργαλεία που προβλέπονται από το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο (CEEAG) και εφαρμόζονται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εξασφαλίζοντας τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους για την εφαρμογή τους, ώστε να υπάρχουν όροι ισότιμου ανταγωνισμού της εγχώριας βιομηχανίας με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές της.

Ψηφιακός μετασχηματισμός, καινοτομία και ανθρώπινο δυναμικό: Πληθώρα νέων ψηφιακών τεχνολογιών έχουν εισέλθει στην παραγωγική και διοικητική λειτουργία των επιχειρήσεων. Ενώ η χρήση των νέων τεχνολογιών ενισχύει την παραγωγικότητα μιας μέσης επιχείρησης μεταποίησης, οι νέες τεχνολογίες δεν διεισδύουν εξίσου σε όλες τις επιχειρήσεις και κλάδους της μεταποίησης. Προκειμένου μια επιχείρηση να αποκομίσει οφέλη από τον ψηφιακό μετασχηματισμό, απαιτείται αποτελεσματική αναδιοργάνωση των διαδικασιών παραγωγής με προαπαιτούμενο την ύπαρξη καλών ψηφιακών και διαχειριστικών δεξιοτήτων, οι οποίες είναι πιο πιθανό να υπάρχουν σε επιχειρήσεις που είναι ήδη περισσότερο παραγωγικές. Στην Ελλάδα, καταγράφεται χάσμα των ψηφιακών δεξιοτήτων και υστέρηση στην παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Η θέσπιση ενός ενιαίου πλαισίου ψηφιακής στρατηγικής, το οποίο θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων έναν οδικό χάρτη ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης ψηφιακών δεξιοτήτων, κατευθυντήριες γραμμές για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και δημόσιων υπηρεσιών, τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, αλλά και ευέλικτα χρηματοδοτικά μέσα για τη στήριξη επενδύσεων σε τεχνολογίες αιχμής, μπορεί να συμβάλει στον αποτελεσματικό ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων. Τέλος, η ποιοτική αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος με ενίσχυση της μάθησης με βάση τις ανάγκες της εργασίας, μπορεί να επιφέρουν ποιοτικές και υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και να καλύψουν κενές θέσεις εργασίας που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες, συμβάλλοντας στον εκσυγχρονισμό και την αυτοματοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών στη μεταποίηση.

Χρηματοδότηση και κανονιστικό πλαίσιο επενδύσεων: Η τραπεζική χρηματοδότηση μεταποιητικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα υποχώρησε σημαντικά την τελευταία δεκαετία, σε 14,1 δισ. ευρώ στο τέλος του 2021, από 24,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2010. Παράλληλα, η αξία των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι ξεπέρασε το ΑΕΠ της χώρας στα μέσα του 2023, μετά τη σημαντική αύξηση που κατέγραψε το πρώτο εξάμηνο του έτους, παραμένοντας ωστόσο σε μεγάλη απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (186% το δεύτερο τρίμηνο του 2023). Συνδυαστικά και με τη χαμηλή θέση της Ελλάδας στην κατάταξη με βάση το ύψος τραπεζικής χρηματοδότησης προς ΑΕΠ, προκύπτει ότι η συνολική χρηματοδότηση επιχειρήσεων στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Επομένως, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στη χώρα μέσα από αύξηση της χρηματοδότησης επενδύσεων με χρηματοδοτικά εργαλεία που αξιοποιούν δημόσιους πόρους, ειδικά σε παραγωγικούς τομείς έντασης κεφαλαίων, όπως η μεταποίηση.

Η ιστορική διαδρομή

Ο ρυθμός προσαρμογής στις διεθνείς προκλήσεις και υιοθέτησης νέων τεχνολογιών υπήρξε καθοριστικής σημασίας στην πορεία της ελληνικής βιομηχανίας μεταπολεμικά. Στο βιβλίο του “Καινοτομία & Βιομηχανικός μετασχηματισμός στην Ελλάδα” ο Λευτέρης Αναστασάκης αξιοποιεί ποσοτικά δεδομένα και πρωτογενές υλικό για να συνθέσει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο ως προς τον τρόπο ανάπτυξης της τεχνολογικής καινοτομίας, συνεισφοράς στο βιοτικό επίπεδο και βελτίωσης του μορφωτικού επιπέδου. Με πρωτότυπη μέθοδο, ο συγγραφέας, πέραν των συνολικών στατιστικών, «βάζει στο μικροσκόπιο» επτά εμβληματικές επιχειρήσεις της περιόδου 1950-1973, αντιπροσωπευτικές για την ελληνική βιομηχανία, καθώς αποτελούσαν το 25% του τότε μεγέθους της.

Τον Νοέμβριο 2021 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κέρκυρα – economia PUBLISHING η α΄ έκδοση του βιβλίου, με πρόλογο του Γιάννη Στουρνάρα και επίλογο του Παναγή Βουρλούμη, η οποία έχει ήδη εξαντληθεί. Τον Ιανουάριο 2023 τυπώθηκε η β΄αναθεωρημένη έκδοση, με προσθήκες οι οποίες προέκυψαν από την πάντα χρήσιμη ανατροφοδότηση των ίδιων των αναγνωστών. Λόγω της σπουδαιότητας και της πρωτοτυπίας του εγχειρήματος του Λ. Αναστασάκη, ο εκδοτικός οίκος προχώρησε και σε συνοπτική έκδοση, όπου περιλαμβάνει τη βασική επιχειρηματολογία κάθε κεφαλαίου, συνοδευόμενη από αντιπροσωπευτικά αριθμητικά δεδομένα και κατατοπιστικές φωτογραφίες βιομηχανιών της εποχής.